Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2014

Το ψάρι

Μια παραβολή που καταδεικνύει τη βλακεία του απλού λαού

Κάποτε σε μια χώρα, έπεσε φτώχεια φοβερή. Αυτή η χώρα, η Ελλάδα του τώρα (και η Κύπρος του ύστερα), κάποτε πλούσια ήτανε, μα τώρα ήταν φτωχή. Κι έτσι οι κάτοικοί της άρχισαν να ζαλίζονται από την έλλειψη τροφής, είτε σωματικής, είτε πνευματικής. Λίγους μήνες αργότερα μπορούσες να δεις στους δρόμους ανθρώπους να σέρνονται, γερασμένοι και ανήμποροι. Μα κάποτε έβλεπες και μερικούς παχουλούς να προσπερνούν τους πεινασμένους, κορδώνοντας τις μεγάλες τους κοιλιές με σθένος και καμάρι.
Λίγα χρόνια αργότερα, οι αδύναμοι είχαν καταλήξει τόσο ανήμποροι, που δεν μπορούσαν ποτέ να φτάσουν στον προορισμό τους. Έφτασαν στο σημείο να σέρνονται πίσω από τους κυρίους με τις παχουλές κοιλιές ζητώντας ένα κομάτι ψωμί. Άλλοτε οι κύριοι παχουλοί τους έδιναν κάτι, ό,τι περίσσευε και ποτέ περισσότερο από το κανονικό, για να μην πάρουν αέρα τα μυαλά τους. Οι Άλλοι αδύναμοι, περήφανοι, έσβηναν σιωπηλά τα όνειρά τους.
Μια μέρα, εκεί κατά το σούρουπο, στη γωνία που ήταν το μπακάλικο του κου Λαόφοβου, δύο κύριοι με παχουλές κοιλιές ξεκίνησαν καυγά. Οι φωνές τους δυνάμωναν ολοένα και μαζεύτηκε κόσμος γύρω τους.
- Τεμπέλη, φαρσοκωμωδέ, σάτιρε της πλάκας, που τολμάς να μου αντιμιλάς ! Φέρε μου αμέσως πίσω το ψάρι μου το είδα πρώτος, είπε εξαγριωμένα ο ένας.
- Καλέ μου φίλε, απάντησε ο δεύτερος, αυτό το ψάρι το είχα παραγγείλει από χθες στον κο Λαόφοβο, άρα είναι δικό μου!
Με τα πολλά κι αφού ο καυγάς τους δεν σταμάτησε ποτέ, οι δύο παχουλοί αποφάσισαν να βάλουν τους αδύναμους να ψηφίσουν σε ποιον ανήκει το ψάρι. Είχε μαζευτεί ολάκερη η χώρα, αφού οι αγριοφωνάρες τους δεν άφηναν κανέναν να ησυχάσει. Μερικοί ούτε που μπήκαν στον κόπο να πάνε προς το μπακάλικο του κου Λαόφοβου, γιατί δεν τους ενδιέφερε ποιος από τους δύο θα κρατήσει το ψάρι. Έτσι η ψηφοφορία ξεκίνησε. Ο κόσμος ήταν ενθουσιασμένος γιατί περίμενε κι αυτός μερίδιο από το ψάρι…Έστω και την ουρά του! Ήρθε το βράδυ και απόφαση δεν είχε βγει ακόμα.
-Πιστεύω ακράδαντα ότι το ψάρι πρέπει να πάει στον κύριο που το είδε πρώτος, έλεγε ο ένας.
-Κάνεις απόλυτο λάθος, απαντούσε ο άλλος, το ψάρι πρέπει να πάει σε αυτόν που το είχε παραγγείλει.
-Είστε όρνια, αριστοφανικά και βάλε, πεταγόταν ένας τρίτος, το ψάρι πρέπει να μοιραστεί σε ίσα κομάτια και να το φάμε εμείς που πεινάμε!
-Άνθρωποι κουτοί, αυτό το ψάρι είναι το σύμβολο της χώρας μας, άξιο και πολύτιμο, δεν πρέπει να φαγωθεί από κανέναν!

Έφτασε το επόμενο πρωινό και λύση δεν είχε βρεθεί. Οι φωνές ολοένα και αγρίευαν και η απόφαση γινόταν ακόμα πιο δύσκολη. Έτσι το ψάρι βρώμισε…
Και θέλετε να ξέρετε τι έγινε με τους δύο κυρίους; Πήγαν σπίτια τους και άνοιξαν τα ψυγεία τους, που εκεί υπήρχαν όλα τα υπόλοιπα ψάρια της θάλασσας!

Το ελιξίριο της ζωής

Ένας ορειβάτης βρήκε στο διάβα του ένα απομακρυσμένο χωριό στην κορυφή ενός βουνού. Οι άνθρωποι εκεί ζούσαν λιτά, απλά, χωρίς στενοχώριες. Καλλιεργούσαν με αγάπη τη λιγοστή καλλιεργήσιμη γη και τρώγανε τους καρπούς της. Δεν είχαν ηλεκτρικό, τηλέφωνα, αυτοκίνητα, τηλεοράσεις. Το έδαφος ήταν τόσο αγνό και ο αέρας τόσο αμόλυντος που οι άνθρωποι αυτοί γερνούσαν πολύ αργά και ζούσαν 300 χρόνια.
Ο ορειβάτης ενθουσιάστηκε με την ανακάλυψή του και αποφάσισε να περάσει μαζί τους έναν μήνα. Οι χωρικοί τον καλοδεχθήκαν, τον φιλοξένησαν, τον βάλανε να κοιμηθεί στα σπίτια τους, τον φίλεψαν όσο φαγητό είχαν, τον κάνανε φίλο τους. Και μια πληγή που είχε στο πόδι του, γιατρεύτηκε από μόνη της μέσα σε ένα βράδυ.
Πάνω στην πρώτη εβδομάδα όμως, του λείψανε του ορειβάτη όλα τα επιτεύγματα της τεχνολογίας και αποφάσισε, όχι μόνο να κατέβει από το βουνό, αλλά να πάρει μαζί του και όλους τους κατοίκους, να τους πάει στη μεγάλη πόλη, να τους φιλοξενήσει στο μεγάλο σπίτι του, να τους δείξει τι καλά έχουν και αυτοί εκεί κάτω στον κάμπο.
Οι χωρικοί αρνήθηκαν ευγενικά.
- Μα έχουμε κινητά και μιλάμε από μεγάλη απόσταση με τον φίλο μας, έχουμε τηλεόραση και βλέπουμε στην άλλη άκρη του πλανήτη, έχουμε αυτοκίνητα και αεροπλάνα και ταξιδεύουμε γρήγορα. Πρέπει να τα δείτε όλα αυτά, όπως ακριβώς και γω είδα τη δική σας ζωή, να πουλήσετε το βιβλίο που θα γράψετε για το χωριό σας και που όλοι θα αγοράσουν, να κάνετε περιουσίες μεγάλες και μετά να αποσυρθείτε από τη μεγάλη ζωή, τους είπε ο ορειβάτης.
- Αγαπητέ μας, του απάντησαν, έχουμε ήδη αποσυρθεί από τη μεγάλη ζωή, που αλλού να πάμε πέρα από την κορυφή του κόσμου;

Διαστρεβλωμένη αντίληψη

Η αφοσίωση διαστρεβλώνει την αντίληψη. Κάποτε κάποιος  ρώτησε μια ηλικιωμένη κυρία:
– Τι κάνει η κόρη σου;
– Το θησαυρό μου! Είναι πολύ ευτυχισμένη! Έχει έναν καταπληκτικό σύζυγο! Της χάρισε αυτοκίνητο, αγόρασε τα ωραιότερα κοσμήματα, έχει τρεις υπηρέτες που κάνουν ότι ζητάει το κορίτσι μου. Ο άντρας της φέρνει το πρωινό στο κρεβάτι, ενώ αυτή κοιμάται μέχρι το μεσημέρι. Είναι αληθινός πρίγκιπας!
– Και τι κάνει ο γιος σου;
– Το καημένο μου παιδί! Η γυναίκα του είναι μια αχάριστη στρίγγλα! Εκείνος της προσέφερε όλα όσα ήθελε: αυτοκίνητο, κοσμήματα και πολλούς υπηρέτες και αυτή χουζουρεύει στο κρεβάτι μέχρι το μεσημέρι και ποτέ δε σηκώθηκε για να κάνει ένα πρωινό στον άτυχο γιο μου.

Εξιλέωση και τιμωρία

Έναν καιρό ζούσε στην ερημιά ένας ασκητής που απείχε πλήρως από τη σεξουαλική ζωή ως εξιλέωση, ήταν γι αυτό το λόγο παρθένος. Είχε κηρύξει πόλεμο στο σεξουαλικό πάθος μέσα του και τήρησε την παρθενία του μέχρι το τέλος της ζωής του. Αφου πέθανε και ύστερα από καιρό πέθανε και ο μοναδικός πιστός του μαθητής, όταν αυτός βρέθηκε στον άλλο κόσμο δεν πίστευε στα μάτια του. Ο αγαπημένος του δάσκαλος καθόταν και πάνω στα γόνατά του κρατούσε μια πολύ όμορφη γυναίκα! Όμως αφου σκέφτηκε, υπολόγισε ότι ο δάσκαλός του πήρε από το Θεό μ αυτό τον τρόπο την αμοιβή του για την σεξουαλική του εγκράτεια στη γη. Πλησιάζει τον Δάσκαλο του, και του λέει:
– Αγαπητέ δάσκαλε, τώρα ξέρω πως ο Θεός είναι δίκαιος, αφού τώρα στον παράδεισο εσείς παίρνετε την ανταμοιβή για την εγκράτειά σας πάνω στη γη.
Όμως ο δάσκαλος εκνευρισμένος του λέει:
– Βλάκα, εδώ δεν είναι ο παράδεισος, είναι η κόλαση, και εγώ δεν ανταμείβομαι, ενώ αυτή στα γόνατα μου είναι πόρνη και τιμωρείται!

Τότε στο νου του μαθητή ήρθε μια παλιά διδασκαλία του Δασκάλου του που έλεγε «Τον Θεό δεν τον γνωρίζει κανείς, το να καταλάβεις τον Θεό με το νου είναι αδύνατον. Ο οποιοδήποτε ισχυρισμός για Εκείνον, η οποιαδήποτε απάντηση στις ερωτήσεις για αυτόν θα είναι μόνο διαστρέβλωση της αλήθειας». Έτσι κατάλαβε ο μαθητής ότι κανείς δεν μπορεί να καταλάβει τον Θεό και είναι αι βουλαί του ανεξερεύνητες.

Κανένα πανεπιστήμιο

 Μιλούσε ο Δάσκαλος, όταν στην αίθουσα εισέβαλλε ο πατέρας μιας μαθήτριας και φώναζε, χωρίς να δίνει σημασία στους παρευρισκόμενους:
- Άφησες το πανεπιστήμιο για να κάθεσαι στα πόδια αυτού του ηλιθίου δασκάλου; Ποια είναι τα σπουδαία πράγματα που σε μαθαίνει;
Η κοπέλα σηκώθηκε, ήρεμα οδήγησε τον πατέρα της έξω από την αίθουσα και μετά του είπε:

- Η επικοινωνία μαζί του μου έδωσε αυτό που δε θα μπορούσε να μου δώσει κανένα πανεπιστήμιο, αυτός μου έμαθε να μη σε φοβάμαι και να μην κοκκινίζω με την ανάξια συμπεριφορά σου.

Το ένα της μάτι

Η μητέρα του είχε μόνο ένα μάτι. Ντρεπόταν γι’ αυτήν κι ώρες την μισούσε. Η δουλειά της ήταν μαγείρισσα στην φοιτητική λέσχη. Μαγείρευε για τους φοιτητές και τους καθηγητές για να βγάζει τα έξοδά του… Δεν ήθελε να του μιλάει για να μην μαθαίνουν ότι είναι παιδί μιας μητέρας με… ένα μάτι. Μια μέρα όταν ακόμη πήγαινε στο δημοτικό, πέρασε η μητέρα του στο διάλειμμα να του πει ένα γεια. Ένοιωσε πολύ στενοχωρημένoς. «Πως μπόρεσε να του το κάνει αυτό»;… αναρωτιόταν… Την αγνόησε, της έριξε μόνο ένα μισητό βλέμμα κι έτρεμε. Ήθελε να πεθάνει. Ήθελε να εξαφανιστεί. Όταν γύρισε σπίτι, της είπε: «αν είναι όλοι να γελάνε μαζί μου εξαιτίας σου τότε καλύτερα να πεθάνεις!». Αυτή δεν του απάντησε… Αργότερα παντρεύτηκε. Αγόρασε ένα δικό του σπίτι. Έκανε δικά του παιδιά κι ήταν ευχαριστημένος με τη ζωή του, τα παιδιά του, την γυναίκα του και τη δουλειά του.
Μια μέρα μετά από χρόνια απουσίας, ο ίδιος ζήτησε από τη μητέρα του να έρθει να τον επισκεφτεί. Αυτή δεν είχε δει ποτέ από κοντά τα εγγόνια της. Μόλις εμφανίστηκε στην πόρτα, τα παιδιά του άρχισαν να γελάνε, και αυτός θύμωσε της φώναξε να φύγει γιατί τρόμαζε τα παιδιά του. Η μητέρα του απάντησε γαλήνια: «Αα, πόσο λυπάμαι, κύριε. Μάλλον μου έδωσαν λάθος διεύθυνση» κι εξαφανίστηκε, χωρίς να καταλάβουν τα μικρά πως είναι γιαγιά τους… Πέρασαν χρόνια και μια μέρα βρήκε στο γραμματοκιβώτιο του σπιτιού του μια επιστολή για τη σχολική συγκέντρωση της τάξης του από το δημοτικό σχολείο, που θα γινόταν στην πόλη πού γεννήθηκε. Πήγε και όταν τελείωσε η συγκέντρωση των συμμαθητών, πήγε στο σπίτι που μεγάλωσε, μόνο από περιέργεια… Οι γείτονες, του είπαν ότι η μητέρα του είχε πεθάνει πρόσφατα. Δεν έβγαλε ούτε ένα δάκρυ. Του έδωσαν ένα γράμμα που είχε αφήσει γι’ αυτόν: «Αγαπημένε μου γιέ, σε σκέφτομαι συνέχεια. Λυπάμαι που ήρθα στο σπίτι σου και φόβισα τα παιδιά σου. Έμαθα ότι έρχεσαι για την σχολική συγκέντρωση κι ένοιωσα πολύ χαρούμενη. Αλλά φοβάμαι ότι μπορεί να μην είμαι σε θέση να σηκωθώ από το κρεβάτι για να έρθω να σε δω. Έγραψα αυτό το γράμμα να στο δώσουν αν δεν με προφτάσεις. Στεναχωριέμαι που σε έφερνα σε δύσκολη θέση και ντρεπόσουν για μένα όσο ήσουν μικρός. Βλέπεις… όταν ήσουν πολύ μικρός, είχες ένα σοβαρό ατύχημα κι έχασες το μάτι σου. Δεν θα μπορούσα να σε βλέπω να μεγαλώνεις με ένα μάτι. Έτσι σου έδωσα το δικό μου. Ήμουν τόσο υπερήφανη που ο γιος μου θα έβλεπε τον κόσμο με τη δική μου βοήθεια, με το δικό μου μάτι… Έχεις πάντα όλη την αγάπη μου, η μητέρα σου».

Κακοτοπιές

Περπατούσε στη μια μεριά του δρόμου, δεν πρόσεξε, έπεσε σε μια τρύπα. Το επόμενο πρωί ξεχνώντας, ξαναπέφτει μέσα. Την άλλη μέρα θυμάται, την αποφεύγει, αλλά κουτουλά στο κλαδί του δένδρου.

Την παράλλη, αφου πονούσε το κούτελο του, εύκολα θυμήθηκε, απέφυγε την τρύπα, απέφυγε και τον λάκκο, και σκεφτόμενος ότι πρεπει πάντα να έχει το νου του, του ήρθε η ιδέα ότι θα ήταν καλύτερα να άλλαζε μεριά του δρόμου όπου δεν είχε ούτε τρύπες, ούτε δένδρα.